Έρευνα: Κίνδυνος διαβήτη για τις γυναίκες που κοιμούνται λίγες ώρες Ημερομηνία:
14/11/2023, 10:24 - Εμφανίσεις: 52
Η μείωση των ωρών ύπνου κατά μόλις 90 λεπτά κάθε βράδυ αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε γυναίκες που έχουν συνηθίσει να κοιμούνται επαρκώς και η επίδραση αυτή είναι ακόμα πιο έντονη στις γυναίκες έπειτα από την εμμηνόπαυση.
Αυτό διαπιστώνει νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Κολούμπια, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό «Diabetes Care».
Μελέτες έχουν δείξει ότι ο κακός ύπνος θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην καρδιομεταβολική υγεία των γυναικών από ό,τι των ανδρών Η συνιστώμενη ποσότητα ύπνου για τη βέλτιστη υγεία είναι μεταξύ επτά και εννέα ωρών τη νύχτα, ωστόσο περίπου το ένα τρίτο των Αμερικανών κοιμάται λιγότερο από την ελάχιστη συνιστώμενη διάρκεια.
Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η μείωση του ύπνου θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο για παθήσεις, όπως καρδιαγγειακές και υπέρταση, ωστόσο πολλές έγιναν μόνο σε άνδρες ή επικεντρώθηκαν σε βραχυπρόθεσμο, σοβαρό περιορισμό του ύπνου.
Η νέα μελέτη εξέτασε ιδιαίτερα τις γυναίκες, επειδή έρευνες έχουν δείξει ότι ο κακός ύπνος θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην καρδιομεταβολική υγεία των γυναικών από ό,τι των ανδρών.
Η έρευνα Για να εξετάσουν τον αντίκτυπο της ήπιας, χρόνιας στέρησης ύπνου οι ερευνητές συμπεριέλαβαν 38 υγιείς γυναίκες ηλικίας 20-75 χρόνων, συμπεριλαμβανομένων 11 γυναικών έπειτα από την εμμηνόπαυση, οι οποίες κοιμόντουσαν συνήθως τουλάχιστον επτά ώρες κάθε βράδυ.
Στην έρευνα, οι συμμετέχουσες υποβλήθηκαν σε δύο φάσεις μελέτης με τυχαία σειρά.
Στη μία φάση τους ζητήθηκε να διατηρήσουν τον επαρκή ύπνο τους, οπότε κοιμόντουσαν κατά μέσο όρο επτάμιση ώρες ανά νύχτα.
Ένα ήπιο έλλειμμα ύπνου που διατηρείται για έξι εβδομάδες προκαλεί αλλαγές στον οργανισμό που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στις γυναίκες Στην άλλη φάση, τους ζητήθηκε να καθυστερήσουν την ώρα ύπνου κατά μιάμιση ώρα ανά νύχτα, διατηρώντας παράλληλα τον τυπικό χρόνο αφύπνισης, οπότε κοιμόντουσαν 6,2 ώρες ανά νύχτα.
Κάθε μία από τις φάσεις διήρκεσε έξι εβδομάδες.
Η συμμόρφωση με τα προγράμματα ύπνου μετρήθηκε με φορητές συσκευές.